Προλογικό σημείωμα
Προλογικό σημείωμα
Η ιδέα για την επιμέλεια μιας έκθεσης αφιερωμένης στους συλλέκτες έχει μια μακρά προσωπική ιστορία η οποία κατάγεται από τις σπουδές μου στο Παρίσι την
περίοδο 1995-1997 και από το ενδιαφέρον με το οποίο παρακολούθησα την τεράστια έκθεση Passions privees στο Μουσείο της Μοντέρνας Τέχνης της Πόλης του Παρισιού. Τότε, ως ανταποκριτής του βραχύβιου περιοδικού Art Magazine είχα συντάξει ένα άρθρο για την εν λόγω έκθεση το οποίο δημοσιεύτηκε στα ελληνικά και στα αγγλικά με τίτλο «Ιδιωτικά πάθη, δημόσιες αρετές». Στην Ελλάδα όπου ανέκαθεν είχαμε μεγάλους συλλέκτες παγκόσμιας ολκής, υπήρχε τότε μια αίσθηση η οποία ενδεχομένως σε κάποιο βαθμό να υπάρχει και τώρα, ότι οι δημόσιοι θεσμοί της τέχνης παρακολουθούσαν μάλλον απαθώς τη δραστηριότητά τους. Κι έτσι προέκυψε η ιδέα να γίνει μια έκθεση αφιερωμένη στους συλλέκτες και μάλιστα μικρής κλίμακας, στα πλαίσια μιας επαρχιακής πόλης, όπου ο κόσμος της τέχνης είναι περιορισμένος αλλά όχι λιγότερο δραστήριος, μια ιδέα που κατά μία έννοια ήταν αντίθετη αυτής της Γαλλικής έκθεσης. Το αφιέρωμα στους «μικρούς» συλλέκτες τους οποίους θα παρουσιάζαμε με την ίδια χαρά και περηφάνεια που παρουσιάζουμε τους μεγάλους, προτάθηκε πριν από κάποια χρόνια, αλλά μόνο πριν από ένα περίπου έτος, εισήχθη στον προγραμματισμό της Δημοτικής Πινακοθήκης. Η έρευνα του υλικού υπήρξε μακρά και επίπονη και δικαίωσε, μάλλον υπερβολικά τις προσδοκίες μου, μια και ξαφνικά βρέθηκα με έργα για πολλές εκθέσεις και όχι μόνο για μία. Οι Χανιώτισες και οι Χανιώτες τακτικά αγοράζουν έργα τέχνης, άλλοι με περισσότερο και άλλοι με λιγότερο ιδεαλισμό, στηρίζοντας ντόπιους αλλά και ξένους καλλιτέχνες. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι η μικρή μας πόλη αριθμεί πέντε ιδιωτικές αίθουσες τέχνης. Η κοινωνία με τα έργα τέχνης στο σπίτι του κάθε συλλέκτη είναι έντονη και διανθίζεται από ιστορίες οι οποίες εμπλέκουν την οικογένεια, τους συγγενείς και τους φίλους: έτσι τα έργα γίνονται μνημεία εποχών, καταστάσεων, προσδοκιών, αξιών ακόμα και προσωπικών οραμάτων. Στο σύνολό τους τα έργα τέχνης που συγκεντρώσαμε πιστεύουμε ωστόσο ότι απηχούν εξίσου τις τάσεις μιας ολόκληρης πόλης, τις προτιμήσεις της και την ιστορία της. Το μέλημα σε αυτήν την έκθεση ήταν αφενός να αναδειχθούν οι προσωπικές επιλογές των συλλεκτών και αφετέρου τα κοινά σημεία που οι επιλογές αυτές συνεπάγονται, προτείνοντας δηλαδή ουσιαστικά μια ιστορία της τέχνης από τη σκοπιά ενός τόπου.
Η επιτυχής διοργάνωση μιας έκθεσης είναι πάντα αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας. Κι έτσι χαίρομαι ιδιαίτερα τώρα που σκοπεύω να ευχαριστήσω όλους όσους πρόθυμα συνέβαλαν στην προσπάθεια αυτή, διότι έδειξαν ότι, αντίθετα με τις κατά καιρούς προσδοκίες μας, υπάρχει στην Ελλάδα συλλογικό ήθος. Στο πρόσωπο του αντιδημάρχου και πρόεδρου του Δ.Σ. της Δημοτικής Πινακοθήκης κ. Γρηγόρη Αρχοντάκη βρήκα ένα ενεργό συμπαραστάτη και γι αυτό ευχαριστώ τόσο εκείνο όσο και όλο το Δ.Σ. Θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω τον πρόεδρο της καλλιτεχνικής επιτροπής της Δημοτικής Πινακοθήκης και πρύτανη του Πολυτεχνείου Κρήτης, καθ. κ. Ιωακείμ Γρυσπολάκη που επανέφερε στο προσκήνιο μια παλιότερη πρότασή μου για την έκθεση αυτή, τιμώντας με, με την εμπιστοσύνη του. Είχα επίσης μια καλή και καθημερινή συνεργασία με όλο το προσωπικό της Πινακοθήκης και ιδιαίτερα με την Διοικητική Προϊσταμένη, κ. Αθηνά Γιαννουλάκη και με τον επιμελητή κ. Θοδωρή Καλούμενο τους οποίους ευχαριστώ για την αμέριστη βοήθεια και συμπαράστασή τους. Θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω την εταιρεία ΟΝ και ιδιαίτερα τον κ. Αλέξη Κουβαριτάκη για το ταλέντο του και για την πολύτιμη χορηγεία του των γραφιστικών της έκθεσης. Η Αγάπη Πρωίμου με βοήθησε με σπουδαίες ιδέες, η Καλλιόπη Μηνιουδάκη με αξιόλογες παρατηρήσεις, η Δρ. Έλια Βαρδάκη με σημαντικές υποδείξεις και η Δρ. Ευαγγελία Χατζητρύφωνος και ο κ. Αριστομένης Βαρουδάκης προσέφεραν ανιδιοτελώς το χρόνο και τη συμβουλή τους σε καίρια ζητήματα αρχιτεκτονικής διευθέτησης του εκθεσιακού χώρου. Η κ. Ρέα Μανουσάκη-Μυλωνάκη, η κ. Στέλλα Μανωλικάκη, η κ. Ρίτα Μαρκαντωνάκη και η κ. Ζωή Μητσοτάκη υπήρξαν πρόθυμες αρωγοί στην έρευνά μου και ευχαριστώ την κάθεμιά τους χωριστά. Οι συλλέκτες της πόλης μου εμπιστεύτηκαν χωρίς πρόβλημα αγαπημένα τους έργα και δέχθηκαν να μας δουν όσες φορές χρειαζόταν μέχρι να «κλείσει» ο τελικός κατάλογος. Η έκθεση είναι αφιερωμένη σε αυτούς και τους ευχαριστώ όλους εξίσου, για το χρόνο και τη γενναιοδωρία τους, διαβεβαιώνοντάς τους ότι, αν το επέτρεπε ο χώρος, η έκθεση αυτή θα ήταν κανονικά η διπλάσια σε αριθμό έργων. Θα μπορούσα να μνημονεύσω και άλλους φίλους και γνωστούς που στήριξαν την έκθεση αυτή με μικρές ή μεγαλύτερες χειρονομίες αλλά περιορίζομαι να αναφέρω τη σύζυγό μου Άννα η οποία με υπομονή και με κατανόηση με στήριξε σε κάποιες δύσκολες ώρες της διοργάνωσης αυτής.
Επιμέλεια έκθεσης
Διήγηση μιας ιστορίας της τέχνης από τη σκοπιά του τόπου
Τα έργα τέχνης είναι τα πλέον ακριβά αντικείμενα τα οποία εδώ και πολλούς αιώνες δεν έχουν καμία χρηστική αξία. Πίνακες ζωγραφικής, γλυπτά, χαρακτικά, σχέδια, δεν ανταποκρίνονται σε καμία βιοτική ανάγκη αλλά αντανακλούν την επιθυμία των ανθρώπων που τα αγοράζουν. Γίνονται καθρέφτες του πάθους και των σκέψεών τους, κοινωνοί της καθημερινότητάς τους και συχνά σιωπηλοί συνεργοί μιας ολόκληρης ζωής. Είναι επόμενο λοιπόν στα έργα τέχνης που καθένας επιλέγει, να αναγνωρίζει κάτι από αυτό που είναι και ίσως κάτι από αυτό το οποίο θα ήθελε να είναι. Παράλληλα, σε μια μικρή πόλη, πολλά από τα πάθη είναι κοινά. Εκ των πραγμάτων, στους περισσότερους συλλέκτες προσφέρεται μια περιορισμένη γκάμα ευκαιριών να αγοράσουν έργα τέχνης και ως εκ τούτου τα έργα μιας μερίδας συγκεκριμένων καλλιτεχνών κάνουν παρέα στα περισσότερα σπίτια. Το γούστο μιας μικρής κοινωνίας έχει κοινούς παρανομαστές τους οποίους προσπαθούμε να αναδείξουμε, προβάλλοντας ταυτόχρονα αλλά κατ’ανάγκη πιο διακριτικά, τα προσωπικά πάθη που εδώ και πολλούς αιώνες είναι οι κινητήριες δυνάμεις της τέχνης.
Η μοντέρνα ανακάλυψη της παράδοσης
Το γούστο του συλλέκτη, η δυνατότητά του να ξεχωρίζει τα αξιόλογα έργα τέχνης, φανερώνει και προϋποθέτει μια στάση απέναντι στην καλλιτεχνική παράδοση, ανάλογη με αυτή του δημιουργού. Η παράδοση, το σύνολο των πατροπαράδοτων αξιών, πεποιθήσεων και πρακτικών που καθορίζουν την τέχνη δεν υπήρξε ποτέ τόσο σημαντικό και ακανθώδες ζήτημα όσο τους τελευταίους δύο αιώνες. Πολλοί συλλέκτες που κατέχουν αναπαραστατικά ή ανθρωπομορφικά έργα επικαλούνται την παράδοση ως κριτήριο των επιλογών τους. Είναι αλήθεια ότι η παράδοση του κλασικισμού η οποία κατάγεται στην Αναγέννηση και κορυφώνεται τον 18ο αιώνα, όρισε τις εικαστικές τέχνες, με αναφορά στην αρχαία Ελλάδα, ως αναπαραστατικές-μιμητικές της φύσης. Όταν επομένως οι συλλέκτες συνδέουν την αναπαραστατική τέχνη με την παράδοση, εννοούν προφανώς την κλασικιστική παράδοση. Ωστόσο από τον 18ο αιώνα, η κλασικιστική παράδοση γεννά διάφορες τάσεις αναπαραστατικής τέχνης που δεν είναι κατ’ανάγκη συμβατές μεταξύ τους. Ιδεαλιστές και ρεαλιστές, ορθολογιστές και ρομαντικοί, ακαδημαίκοί ηθογράφοι και ιμπρεσιονιστές αμφισβητούν τις πατροπαράδοτες αξίες και ανακαλύπτουν άλλες στη θέση τους οι οποίες στηρίζουν τις εικαστικές τους επιλογές. Άρα η έννοια της παράδοσης δεν είναι κάτι το δεδομένο και συχνά μάλιστα εμφανίζεται ως μια μοντέρνα ατομική και ιδιοσυγκρασιακή επινόηση. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Χανιώτη ζωγράφου Ανδρέα Γεωργιάδη ο οποίος συνδέει την ελληνική παράδοση με το μπαρόκ, το μανιερισμό και την Αναγέννηση. Στο τμήμα αυτό βλέπουμε επιλογές από ρεαλιστικά έργα συλλεκτών από τις διάφορες τάσεις στα πλαίσια της αναπαραστατικής τέχνης.
Ρεαλισμός και συνείδηση στη χαρακτική
Η χαρακτική είναι μια ιδιαίτερη τέχνη η οποία εφαρμόζεται με πολλές μεθόδους όπως η ξυλογραφία, η χαλκογραφία, η λιθογραφία και άλλες και κατάγεται από την Αναγέννηση τον 15ο αιώνα. Η ευρεία συνείδηση ότι η ζωγραφική δίνει μοναδικά έργα απαράμιλλης αξίας οδήγησε κάποιους ζωγράφους να αναπαράγουν σε περιορισμένα αντίτυπα τα έργα τους στοχεύοντας στη μεγαλύτερη παραγωγή έργων και σε ευρύτερη διάδοση της τέχνης τους. Τον τελευταίο αιώνα, στην Ελλάδα καθώς και σε άλλες χώρες, όπως στη Γερμανία και στη Ρωσία, πολλοί σπουδαίοι χαράκτες απαρνήθηκαν τη ζωγραφική ως μια τέχνη τέρψης των αστών και ασπαζόμενοι ένα λιγότερο ή περισσότερο σκληρό ρεαλισμό, έθεσαν το εικαστικό τους λειτούργημα στην υπηρεσία της ριζοσπαστικής πολιτικής τους συνείδησης. Η χαρακτική των πολλαπλών έστω και περιορισμένων αντιτύπων, προσφερόταν ως η τέχνη που θα οδηγήσει το πλήθος στην πολιτική χειραφέτηση. Ως εκ τούτου η χαρακτική προσέλκυε πάντα μια ιδιαίτερη μερίδα πολιτικά στρατευμένων συλλεκτών.
Το σχέδιο και το πάθος για την πρωτόλεια ιδέα
Οι καλλιτεχνικές ιδέες αποτυπώνονται με συντομία στα περίφημα τετράδια σχεδίων για τα οποία πολλοί καλλιτέχνες έχουν γίνει διάσημοι. Είναι φυσικό οι συλλέκτες να ενδιαφέρονται για την πρωτόλεια εμφάνιση μιας ιδέας ακόμα κι αν αυτή τελικά εγκαταλείπεται από τους καλλιτέχνες για χάρη της ολοκληρωμένης, τελικής σύνθεσης. Συνήθως οι ιδέες που αποτυπώνονται στα σχέδια, πρωτόλειες ή επεξεργασμένες, περιγραμματικές ή επιζωγραφισμένες έχουν δύναμη και φρεσκάδα καθώς επιχειρούν να αποτυπώσουν στην ουσία της την έμπνευση της στιγμής και πιθανόν να τη διαφυλάξουν για μεταγενέστερη και πιο επισταμένη επεξεργασία.Τα σχέδια μας δίνουν μια καλή εικόνα του προβληματισμού του καλλιτέχνη και αποκαλύπτουν τα διάφορα στάδια γέννησης ενός έργου: χάρη στο μοντερνισμό μάθαμε ότι η διαδικασία σύνθεσης είναι εξίσου σημαντική με το τελικό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.
Η τυποποίηση ως μορφοπλαστική αρχή
Η τυποποίηση είναι μια αρχή που συναντάμε τόσο στην υψηλή όσο και στη λαϊκή τέχνη: στις βυζαντινές εικόνες και στις θεατρικές μάσκες, στο θέατρο σκιών του Καραγκιόζη, στα γκράφιτι και στα κόμικς. Οι καλλιτέχνες εγκαταλείπουν την προοπτική και επικεντρώνονται στην επιφάνεια της εικόνας οργανώνοντάς την με σχηματοποιημένους τύπους. Ζωγράφοι, γλύπτες και χαράκτες ενστερνίζονται μια έντονη γραμμικότητα για να αποδώσουν τους τύπους αυτούς και για χάρη της σαφήνειας εγκαταλείπουν λεπτομέρειες καθώς και μεμονωμένα χαρακτηριστικά. Το ατομικό εξοβελίζεται για χάρη του γενικού, η ανθρώπινη φιγούρα περιορίζεται στα πλέον καίρια χαρακτηριστικά της, και σημαίνεται αντί να αναπαρίσταται. Οι καλλιτέχνες δεν ενδιαφέρονται τόσο για την ψευδαισθησιακή δύναμη της εικόνας όσο για τη συμβολική της λειτουργία. Η πρόσληψη του μοντερνισμού στην Ελλάδα συχνά διαμεσολαβήθηκε από την αρχή της τυποποίησης μέσω της οποίας οι καλλιτέχνες συνδέθηκαν με την ιδιαίτερη παράδοσή τους, του θεάτρου και της βυζαντινής τέχνης. Χρειάζεται ένα μοντέρνο γούστο που ευνοεί την αφαίρεση και την αποσπασματικότητα για να δείξει ο συλλέκτης μια προτίμηση στις παραμορφώσεις που επιβάλει η τυποποίηση στις εικόνες.
Ήδη από τη δεκαετία του 1970, μπορούμε με σχετική βεβαιότητα να μιλήσουμε για την καλλιτεχνική παγκοσμιοποίηση στην Ευρώπη. Οι καλλιτέχνες του όψιμου εικοστού αιώνα είναι ενήμεροι για την παγκόσμια ιστορία της τέχνης, γνωρίζουν μέσω εξειδικευμένων περιοδικών και μουσειακών εκθέσεων τη δραστηριότητα των συναδέλφων τους και εμπνέονται νέες εικόνες από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και από τα ταξίδια τους. Οι καινούργιες μορφές επικοινωνίας αξιοποιούνται από τους καλλιτέχνες και δείχνουν να απειλούν τις λεγόμενες καλές τέχνες, αφενός καθιστώντας διάτρητα τα μεταξύ τους σύνορα και αφετέρου εκτοπίζοντας παραδοσιακές τεχνικές και αντικαθιστώντας τις με νέες. Ζωγράφοι, χαράκτες και γλύπτες δύσκολα πλέον εντάσσονται σε σχολές ή ρεύματα μια και συχνά ενσωματώνουν διαφορετικές αξίες και αλληλοσυγκρουόμενα συστήματα αναπαράστασης. Η εποχή μας έχει πολλές φορές φορές παρομοιαστεί με τα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας όπου μέσω του θριάμβου της ατομικότητας σε καλλιτεχνικό επίπεδο, επωάστηκε μια αργή αλλά συνολική αλλαγή καλλιτεχνικού παραδείγματος. Όπως και τότε, έτσι και σήμερα, πολλοί συλλέκτες έχουν σπουδαίο ρόλο: μέσα στη σύγχρονη σχετικότητα και πλουραλισμό των αξιών, συχνά δίνουν το μέτρο των καλλιτεχνικών πραγμάτων προβάλοντας το όραμά τους μέσω των συλλογών τους, το οποίο φυσικά έχει το χάρισμα του συγκεκριμένου.
Οι πηγές του συλλέκτη«Έτσι βαδίζει, τρέχει, ψάχνει. Τι ψάχνει; Στα σίγουρα, αυτός ο άνθρωπος, όπως τον έχω απεικονίσει, αυτός ο μοναχικός τύπος, προικισμένος με μια ενεργητική φαντασία, πάντα ταξιδεύοντας δια μέσου της μεγάλης ανθρώπινης ερήμου, έχει ένα πιο διακεκριμένο σκοπό από τον απλό περιηγητή, ένα στόχο πιο μεγάλο, διαφορετικό από την πρόσκαιρη ευχαρίστηση της περίστασης.» (Charles Baudelaire, Oeuvres completes, « Le peintre de la vie moderne » μτφ. Κ. Β. Πρώιμου, Paris: Seuil, 1968, σελ. 553.) Ο συλλέκτης πρέπει να νοηθεί με τον τρόπο που περιγράφει ο Baudelaire ως κάποιος που ψάχνει το αιώνιο μέσα στο πρόσκαιρο, ως ένας ανικανοποίητος ιδεαλιστής που μέσα από τα βιβλία προσανατολίζει και εστιάζει την έρευνά του.
Προκλήσεις για τους νέους συλλέκτεςΗ δουλειά της νέας δημιουργού Αλίκης Χιωτάκη παρουσιάζεται στην έκθεση αυτή ως ένδειξη κάποιων άυλων τάσεων στην εικαστική δημιουργία που έλκουν την καταγωγή τους στη δεκαετία του 1960. Αναμειγνύοντας μέσα όπως το βίντεο, το σχέδιο, την παράσταση, τη μουσική, τη λογοτεχνία και τη σωματική κίνηση, η Χιωτάκη επαναλαμβάνει το πρόγραμμα του 19ου αιώνα για το συνολικό έργο τέχνης, καταργώντας τα όρια μεταξύ των τεχνών και ενοποιώντας τις ταυτόχρονα. Μόνο που στην περίπτωση της Χιωτάκη αντίθετα με το θέατρο ή την όπερα του 19ου αιώνα, αντίθετα με το Bauhaus και το όραμα ενός πλήρως σχεδιασμένου κόσμου του πρώιμου μοντερνισμού, ο φακός της κάμερας λήψης μεσολαβεί απροκάλυπτα στην εικαστική εργασία. Σκοπεύοντας όπως πολλοί καλλιτέχνες του όψιμου εικοστού αιώνα να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή, η δουλειά της Χιωτάκη καθιστά προβληματική την έννοια του συλλέκτη την οποία έχουμε εδώ και πολλούς αιώνες. Πώς μπορεί να νοηθεί η κοινωνία του συλλέκτη με άυλα έργα όπως της Χιωτάκη, από τα οποία έχει εξοβελιστεί κάθε έννοια διακοσμητικότητας, άρα και καθημερινής επαφής με αυτά; Πώς αλλάζει ο ρόλος του συλλέκτη μέσα από τις καινούργιες μορφές εικαστικής δημιουργίας; Τα παραδείγματα σύγχρονων συλλεκτών στην Ελλάδα και διεθνώς που αγοράζουν άυλα έργα, βίντεο, φωτογραφίες εφήμερων παραστάσεων ή εγκαταστάσεων κλπ. αποθηκεύοντάς τα σε μεγάλες αποθήκες ή δανείζοντάς τα σε μουσεία, δεν αρκούν για να δώσουν μια ικανοποιητική απάντηση στα ερωτήματα αυτά, τα οποία σχετίζονται με την οντολογία της τέχνης, τα αναπόφευκτα ερωτήματα «τι είναι τέχνη;» και «πού πάει σήμερα η τέχνη;»