Μαρία Κάλλας: 30 χρόνια μετά - Μια φωτογραφική αναδρομή
στον χώρο εκθέσεων της Δημοτικής Πινακοθήκης Χανίων

ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ της όπερας όπως τον έζησε η αξεπέραστη Μαρία Κάλλας παρουσιάζει στον εκθεσιακό του χώρο το Ιδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, στο πλαίσιο του εορτασμού του Ετους Μαρία Κάλλας και με αφορμή τα 30 χρόνια από το θάνατό της.
Η έκθεση-αφιέρωμα στη μεγάλη Ελληνίδα καλλιτέχνιδα θα διαρκέσει έως τα μέσα του Οκτωβρίου 2007 και περιλαμβάνει φωτογραφίες, βίντεο, κοστούμια, παρτιτούρες, δίσκους και βιβλία που παρουσιάζουν το έργο της μοναδικής αοιδού στο σύνολό του και αποτυπώνουν με λεπτομέρεια τη λαμπερή πορεία της παγκοσμίως διασημότερης υψιφώνου.
Θα γνωρίσουμε από κοντά τα πρώτα της βήματα στον ελληνικό χώρο, την παρουσία της στις μεγαλύτερες μουσικές σκηνές του κόσμου και την επίδραση που άσκησε στην πορεία του λυρικού θεάτρου και της κλασικής μουσικής.
Το υλικό της έκθεσης προέρχεται από το Θέατρο Σκάλα στο Μιλάνο, το Θέατρο Αρένα στη Βερόνα, το Θεατρικό Μουσείο Αθηνών, την Ελληνική Λυρική Σκηνή, το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ιδρυμα, το Ιδρυμα Τσαρούχη, το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Λογοτεχνικό Αρχείο, το Διεθνές Καλλιτεχνικό Κέντρο Atheneum, το Ιδρυμα Ωνάση, το Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη, το Μουσείο Μαρία Κάλλας του Δήμου Αθηναίων, την ΕΜΙ Classics, την Associated Press, το Αρχείο Κ. Μεγαλοκονόμου, το Μουσείο Αρχείο ΕΡΤ, τη Βιβλιοθήκη της Βουλής και από ιδιωτικές συλλογές.
Με επίκεντρο τις παραστάσεις, στις οποίες η Mαρία Kάλλας πρωταγωνίστησε στην περίφημη Σκάλα του Μιλάνου, το θέατρο που αποτέλεσε το «σπίτι» της από το 1950 έως το 1962, στην έκθεση παρουσιάζεται ο μαγικός κόσμος της όπερας -η εναλλακτική πραγματικότητα που συντίθεται πάνω στη σκηνή μέσα από τη μουσική, το λόγο, τη δράση, τα σκηνικά, τα κοστούμια, τους φωτισμούς, τους τραγουδιστές, την ορχήστρα και το μαέστρο. Σε αυτό τον κόσμο η Μαρία Κάλλας ξεχώρισε όχι μόνο με τις δυνατότητες της φωνής της, αλλά και με τη σκηνική της παρουσία.

Εθνικό Ωδείο Αθηνών - η αρχή
Η Αννα-Μαρία Σοφία Καικιλία Καλογεροπούλου, όπως ήταν και το πλήρες όνομά της, φτάνει με τη μητέρα της Ευαγγελία στην Ελλάδα από τη Νέα Υόρκη -όπου και γεννήθηκε- το Μάρτιο του 1937. Η πρωτότοκη κόρη του ζεύγους, Jackie, βρίσκεται ήδη στην Αθήνα. Το Σεπτέμβριο του 1938 η Μαριάννα αρχίζει μαθήματα τραγουδιού στο Εθνικό Ωδείο με τη Μαρία Τριβέλλα. Το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, λίγες μέρες πριν συμπληρώσει τα 15 της χρόνια, ανεβαίνει για πρώτη φορά στη σκηνή ως Santuzza σε μαθητική παράσταση της «Cavalleria Rusticana».
Το φθινόπωρο του 1939 -καθώς ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος ξεσπά στην Ευρώπη- ξεκινά μαθήματα με τη φημισμένη υψίφωνο κολορατούρα Ελβίρα ντε Χιντάλγκο (Elvira de Hidalgo), η οποία ζει από το 1930 στην Αθήνα και διδάσκει στο Ωδείο Αθηνών. Μια άρια από τον «Oberon» του Carl Maria von Weber αποτέλεσε το εισιτήριό της για τη φοίτηση χωρίς δίδακτρα στην τάξη της Ισπανίδας, που διέκρινε την κλίση της μαθήτριας για το ρεπερτόριο του bel canto.
Στις 10 Ιουνίου 1940 η μόλις 17χρονη τότε Κάλλας υπογράφει συμβόλαιο με τη νεοσύστατη Λυρική Σκηνή και πραγματοποιεί την πρώτη της εμφάνιση στις αρχές της επόμενης χρονιάς στην οπερέτα «Βοκκάκιος» του Franz von Suppe?.
Στην Αθήνα η νεαρή υψίφωνος επωμίζεται με μεγάλη επιτυχία απαιτητικούς ρόλους, όπως αυτούς στις όπερες «Tosca» του Giacomo Puccini, «Cavalleria Rusticana» του Pietro Mascagni, «Tiefland» («Ο Κάμπος») του Eugene d' Albert και στον «Πρωτομάστορα» του Μανώλη Καλομοίρη. Κριτικές και φωτογραφίες παραστάσεων της εποχής τεκμηριώνουν την πρώιμη ερμηνευτική της ωριμότητα και το υποκριτικό χάρισμα που θα τελειοποιήσει αργότερα. Ο τελευταίος μεγάλος «ελληνικός» της ρόλος είναι εκείνος της Leonora, στο «Fidelio» του Ludwig van Beethoven, τον Αύγουστο 1944 στο Ωδείον Ηρώδου του Αττικού.
Η απελευθέρωση από το ζυγό του Αξονα και η ρευστή πολιτική κατάσταση που ακολουθεί τη θέτει στο στόχαστρο αντιζήλων που εμποδίζουν τις εμφανίσεις της στην Εθνική Λυρική Σκηνή. Στις 3 Αυγούστου του 1945 αποχαιρετά το κοινό της Αθήνας με ένα ρεσιτάλ στο Θέατρο «Κοτοπούλη - Ρεξ». Ακολουθεί μια εμφάνιση στη Θεσσαλονίκη. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1945 η Μαρία-Αννα Καλογεροπούλου ξεκινά το ταξίδι της επιστροφής στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου εξακολουθεί να ζει ο πατέρας της. Θα επιστρέψει το καλοκαίρι του 1957 πλέον ως Μαρία Μενεγκίνι Κάλλας...

Σκάλα του Μιλάνου - η διεθνής καταξίωση
Το 1947 αποτελεί ένα έτος-«σταθμός» για την Κάλλας, η οποία γνωρίζει τότε τον Ιταλό βιομήχανο Τζιοβάνι Μπατίστα Μενεγκίνι, τον οποίο και παντρεύεται το 1949 στη Βερόνα της Ιταλίας. Ο Μενεγκίνι ορκίστηκε να την κάνει τη μεγαλύτερη τραγουδίστρια του κόσμου, μεταμορφώνοντας παράλληλα την εμφάνισή της με θεαματικά αποτελέσματα. H πορεία της Μαρίας Κάλλας από την έναρξη της διεθνούς σταδιοδρομίας της το 1947 στην Aρένα της Bερόνας, με την «Gioconda» του Amilcare Ponchielli, προς το κορυφαίο θέατρο της ιταλικής όπερας, τη Σκάλα του Μιλάνου, διήρκεσε τρία χρόνια. Στις 7 Δεκεμβρίου 1951 το όνειρο όλων των ερμηνευτών του λυρικού θεάτρου παγκοσμίως γίνεται πραγματικότητα για την Κάλλας: ανοίγουν γι' αυτήν οι πόρτες της Σκάλας του Μιλάνου, όπου και ερμηνεύει το «Σικελικό Εσπερινό» του Τζουζέπε Βέρντι.
Η παράσταση της «Τραβιάτα» του Βέρντι στη Σκάλα του Μιλάνου το 1955, σε σκηνοθεσία Λουκίνο Βισκόντι, έμεινε ιστορική. Στις 27 Οκτωβρίου 1956 εμφανίζεται για πρώτη φορά στη Μετροπόλιταν Οπερα της Νέας Υόρκης. Περίπου ένα χρόνο αργότερα, στις 5 Αυγούστου 1957, η Μαρία Κάλλας επιστρέφει στην Αθήνα και εμφανίζεται στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Ακολουθούν θρίαμβοι στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, όπου ερμήνευσε «Νόρμα» (1960) και «Μήδεια» (1961). Το 1962 αποθεώθηκε στη Σκάλα του Μιλάνου ως «Μήδεια» σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή και κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη. Νέος καλλιτεχνικός θρίαμβος το 1964 στην Οπερα του Παρισιού με τη «Νόρμα».
Τελευταία παράσταση στις 5 Ιουλίου 1965, στο Κόβεν Γκάρντεν του Λονδίνου, όπου και ανέβασε «Τόσκα», σε σκηνοθεσία Φράνκο Τζεφιρέλι. Το 1970 η Μαρία Κάλλας γύρισε σε ταινία τη «Μήδεια» με σκηνοθέτη τον Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Το 1971 άρχισε να διδάσκει στη Μουσική Σχολή Τζούλιαν στο Λίνκολν Σέντερ στη Νέα Υόρκη, από όπου και σταμάτησε το 1972. Την επόμενη χρονιά σκηνοθέτησε με τον Τζιουζέπε ντι Στέφανο το «Σικελικό Εσπερινό» του Βέρντι.
Η τελευταία δημόσια εμφάνισή της έγινε στις 8 Δεκεμβρίου 1973 στην Οπερα του Παρισιού, όπου τραγούδησε άριες μπροστά σε ένα ενθουσιώδες κοινό, το οποίο την κάλεσε δέκα φορές στη σκηνή.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 16 Σεπτεμβρίου 1977, η Μαρία Κάλλας πεθαίνει στο Παρίσι από καρδιακή προσβολή.
Σκάλα του Μιλάνου - η διεθνής καταξίωση
Το 1947 αποτελεί ένα έτος-«σταθμός» για την Κάλλας, η οποία γνωρίζει τότε τον Ιταλό βιομήχανο Τζιοβάνι Μπατίστα Μενεγκίνι, τον οποίο και παντρεύεται το 1949 στη Βερόνα της Ιταλίας. Ο Μενεγκίνι ορκίστηκε να την κάνει τη μεγαλύτερη τραγουδίστρια του κόσμου, μεταμορφώνοντας παράλληλα την εμφάνισή της με θεαματικά αποτελέσματα. H πορεία της Μαρίας Κάλλας από την έναρξη της διεθνούς σταδιοδρομίας της το 1947 στην Aρένα της Bερόνας, με την «Gioconda» του Amilcare Ponchielli, προς το κορυφαίο θέατρο της ιταλικής όπερας, τη Σκάλα του Μιλάνου, διήρκεσε τρία χρόνια. Στις 7 Δεκεμβρίου 1951 το όνειρο όλων των ερμηνευτών του λυρικού θεάτρου παγκοσμίως γίνεται πραγματικότητα για την Κάλλας: ανοίγουν γι' αυτήν οι πόρτες της Σκάλας του Μιλάνου, όπου και ερμηνεύει το «Σικελικό Εσπερινό» του Τζουζέπε Βέρντι.
Η παράσταση της «Τραβιάτα» του Βέρντι στη Σκάλα του Μιλάνου το 1955, σε σκηνοθεσία Λουκίνο Βισκόντι, έμεινε ιστορική. Στις 27 Οκτωβρίου 1956 εμφανίζεται για πρώτη φορά στη Μετροπόλιταν Οπερα της Νέας Υόρκης. Περίπου ένα χρόνο αργότερα, στις 5 Αυγούστου 1957, η Μαρία Κάλλας επιστρέφει στην Αθήνα και εμφανίζεται στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού. Ακολουθούν θρίαμβοι στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, όπου ερμήνευσε «Νόρμα» (1960) και «Μήδεια» (1961). Το 1962 αποθεώθηκε στη Σκάλα του Μιλάνου ως «Μήδεια» σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή και κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη. Νέος καλλιτεχνικός θρίαμβος το 1964 στην Οπερα του Παρισιού με τη «Νόρμα».
Τελευταία παράσταση στις 5 Ιουλίου 1965, στο Κόβεν Γκάρντεν του Λονδίνου, όπου και ανέβασε «Τόσκα», σε σκηνοθεσία Φράνκο Τζεφιρέλι. Το 1970 η Μαρία Κάλλας γύρισε σε ταινία τη «Μήδεια» με σκηνοθέτη τον Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Το 1971 άρχισε να διδάσκει στη Μουσική Σχολή Τζούλιαν στο Λίνκολν Σέντερ στη Νέα Υόρκη, από όπου και σταμάτησε το 1972. Την επόμενη χρονιά σκηνοθέτησε με τον Τζιουζέπε ντι Στέφανο το «Σικελικό Εσπερινό» του Βέρντι.
Η τελευταία δημόσια εμφάνισή της έγινε στις 8 Δεκεμβρίου 1973 στην Οπερα του Παρισιού, όπου τραγούδησε άριες μπροστά σε ένα ενθουσιώδες κοινό, το οποίο την κάλεσε δέκα φορές στη σκηνή.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 16 Σεπτεμβρίου 1977, η Μαρία Κάλλας πεθαίνει στο Παρίσι από καρδιακή προσβολή.