Διάρκεια έκθεσης: 11 Σεπτεμβρίου 2008 - 9 Ιανουαρίου 2009
Εγκαίνια Έκθεσης: Δευτέρα 22/09/2008 9 μ.μ.
Ωράριο Λειτουργίας:
ΤΡΙΤΗ ώς ΣΑΒΒΑΤΟ: 10:00-14:00 και 18:00-21:00
ΚΥΡΙΑΚΗ: 10:00-14:00
ΔΕΥΤΕΡΑ: ΚΛΕΙΣΤΑ
Επιμέλεια έκθεσης: Βασίλης Κελαϊδής- Θοδωρής Καλούμενος
Υπεύθυνη επικοινωνίας - Γραμματειακή υποστήριξη: Άρτεμις Οικονομάκη
Χανίων, αισθάνομαι να έχω εναποθέσει στους πίνακες μου το φοβερό παραμύθι που με τρόμαζε και με σαγήνευε κάποτε, καθώς μικρό παιδί προχωρούσα στην εφηβεία της γνώσης και της εμπειρίας αργότερα.
Κινούμενη μέσα στον χρόνο η συνείδησή μου, αποθησαύριζε εντυπώσεις, εμπειρίες, εικόνες (μεγάλωσα ανάμεσα στους μαύρους ογκόλιθους του αρχαιολογικού χώρου της Τίρυνθας, στα μαύρα χρόνια της κατοχής). Αυτές έδωσαν το εκφραστικό υλικό στη δουλειά μου και διαμόρφωσαν τη στάση μου απέναντι στη Ζωή και στην Τέχνη. Ψυχανεμίσματα πέρασαν στα τελάρα μου που τα έκαναν μαγικούς καθρέφτες που δείχνουν το μέλλον χωρίς πρόθεση για φιλολογικές ή ηθικές περιγραφές. Αναπόδραστα λοιπόν την πρώτη εκείνη περίοδο, ο ζωγραφικός μου χώρος κυριαρχείται από μια μεταλλική χρωματική υφή και από βαριές αιωρούμενες φόρμες που μεταβιβάζουν μέσα από αυτόν, ένα αίσθημα αγωνίας και λανθάνουσας απειλής: για κάτι που πρόκειται να συμβεί... Φόβος, λοιπόν; Αγχος; Γιατί όχι! Σωτήριες και δημιουργικές μπορούν να γίνουν αυτές οι κινήσεις της ψυχής, αν βρεις τον τρόπο να τις ελέγξεις και να τις μετουσιώσεις σε ζωγραφικά χαρίσματα. Έτσι, με το τέλος της δεκαετίας του ’70, ολοκληρώνεται, θα έλεγα, μια ενότητα έργων μου που θα μπορούσε να έχει το γενικό τίτλο η Απειλή.

Ο σωτήριος φόβος ακινητοποιείται, πετρώνει και μαζί του πετρώνουν η θάλασσα, τα δέντρα, τα πουλιά. Η θεώρηση της πραγματικότητας στη ζωγραφική μου βρίσκει, πιστεύω, το στόχο της. Αποκτά μια σκληρότητα από την έλλειψη συμμετοχής. Τα χρώματα, μεταλλικά, σαν πριν από λίγο να καίγονταν, μα τώρα πάγωσαν μαζί με τα άσπρα προσκυνητάρια, σα γίγαντες αλλοτινούς που πέτρωσαν κι αυτοί. Έτσι περνάμε στην ενότητα ο Πέτρινο Κόσμος, που διαρκεί όλη τη δεκαετία του ’80, καθορίζει τον εκφραστικό μου χώρο και τον εντάσσει μέσα σ’ ένα ύφος υπερρεαλισμού. Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι αυτή η διαδικασία μιας πέτρινης πραγματικότητας, μπορεί να οφείλεται περισσότερο σ’ εκείνους τους οχυρωματικούς ογκόλιθους των κυκλώπειων τοιχείων της Τίρυνθας, ή ακόμα στον κρυμμένο γλύπτη μέσα μου, παρά σε μια κοινωνική ή οικολογική κριτική.
Τα επόμενα έργα, από την αρχή της δεκαετίας του ’90, αφήνουν τον Πέτρινο Κόσμο και ανοίγουν στοχαστικά και ήσυχα, με ακόμα πιο αραιωμένα υλικά, περιορισμένη κλίμακα χρωμάτων και χαμηλούς τόνους, την μεγάλη νεοκλασσική πόρτα, σε χώρους μουσειακούς, δοσμένους με σατανική ακρίβεια γραμμικού αρχιτεκτονικού σχεδίου, παραπέμποντας σε μεγάλες αρχαίες εποχές, που έρχονται σε αντιπαράθεση με ασαφείς σύγχρονες μορφές, όχι για να αναμετρηθούν μ’αυτές, αλλά για να μας θυμίζουν πως ο πολιτισμός προχωρεί με βήματα μικρά ή μεγάλα, που το καθένα τους, όμως, πρέπει να είναι τουλάχιστον ισοδύναμο του προηγούμενου. Όλος αυτός ο Σιωπηλός Κόσμος συγκροτεί την τρίτη ενότητα της εργογραφίας μου, που μου έδωσε την ευκαιρία να σκύψω στην άλλη μου αγάπη: το αρχιτεκτονικό σχέδιο. Αναρωτιέμαι αν πίσω απ’ αυτό, μαζί με τον κρυπτογλύπτη,λανθάνει κι ένας χαράκτης.
Στη συνέχεια αυτής της 40χρονης πορείας, κουρασμένος, ίσως, από την αυστηρή, την ψιμυθισμένη γραφή που μας έρχεται από την ένδοξη εποχή του υπερρεαλισμού και αφού έχω κατακτήσει το δικαίωμα της εκφραστικής ελευθερίας χωρίς αναστολές, κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’90, τολμώ να κάνω μια αποφασιστική στροφή προς τη μεγάλη παράδοση της Δυτικής Τέχνης, για την οποία η απεικόνηση της αθρώπινης μορφής κατέχει την ανώτατη θέση: το γυμνό σώμα δείχνει το ιδεώδες του ανθρώπου. Μέχρι τότε έβλεπα τον άνθρωπο από απόσταση, μέσα από μια γενίκευση, από το πνεύμα των μύθων που περιγράφουν γενικούς συνειρμούς. Τώρα διασπώ την ανθρώπινη μορφή και πλησιάζω το άτομο στη συνηθισμένη καθημερινότητά του, διαβάζω την δική του ιστορία και γράφω την ιδιωτική του παρουσία.H ενότητα αυτή θα μπορούσε να πάρει τον τίτλο Σωματογραφίες.
Τέλος ακολουθούν οι Ανδριάντες. Μια ενότητα που θέλει τις μορφές στημένες πάνω σε βάθρα. Έχει λεχθεί ότι η Τέχη είναι αδιάφορη, ουδέτερη και συχνά ειρωνική. Το έργο Τέχνης ως δημιουργία αυτάρκης και αρμονικά περίκλειστη, προσφέρει μια σχέση νόμιμη με το αβέβαιο, το προβληματικό, αλλά και μια έλλειψη αρμονίας με τους τωρινούς κοινωνικούς όρους μας. Και εδώ είναι η αμφισβήτηση: μπορούμε άραγε να παίρνουμε στα σοβαρά όλες τις ιδέες και όλες τις αξίες που είχαμε, με τη σοφία μας καθιερώσει και ανεβάσει σε βάθρα; Θα ’θελα να μπορούσα να απαντήσω μ’ αυτά τα αγάλματα, με το ειδικό του βάρος το καθένα, που το κεφάλι τους, το κέντρο των αποφάσεων, είναι σχεδόν αόματο, αλλού μόλις αχνοφαίνεται μια γραμμούλα περιγραφική και αλλού είναι κομμένο στη μέση...
Σ’ αυτή την απαρχή ενός μεγάλου ονείρου, καλώ απλά τον θεατή να γίνει συνδημιουργός με το να τελειώσει το έργο μέσα του και μόνος του.

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΤΗΣ
ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΚΕΛΑΪΔΗ
ΕΛΕΝΗΣ ΒΑΚΑΛΟ
Η χρησιμότητα της κριτικής ισχύει για περιπτώσεις σαν του Β. Κελαϊδή. Επειδή βοηθάει για να ενισχυθεί ο ίδιος στο βήμα που έκανε με τη δουλειά του, αλλά και για να φανεί ποιο γενικώτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο δρόμος που ακολούθησε. Είχα δει για πρώτη φορά έργα του στην γκαλερί “Αστορ”, όταν με άλλους τρεις Χανιώτες ζωγράφους τον Α. Πετρουλάκη, τον Γ. Κουνάλη και τον Β. Ζαχαράκη, είχαν οργανώσει την πρώτη ομαδική έκθεση τους στην Αθήνα. Εκείνη η έκθεση μου είχε κάνει εντύπωση, για την ποιότητα και το ενδιαφέρον που παρουσίαζε.
Από πείρα γνωρίζω πόσο κι αυτό ακόμη είναι δύσκολο, για ζωγράφους που ζουν μακριά από το κέντρο και στερούνται έτσι τον έλεγχο και την ατμόσφαιρα διακίνησης ιδεών που αυτόματα υπάρχουν εκεί που βρίσκεται συγκεντρωμένη καλλιτεχνική ζωή. Σύντομα κατόπιν έμαθα ότι η προσπάθειά τους δεν ήταν ξεκομμένη. Οι ίδιοι ενεργά, είχαν μετάσχει στην οργάνωση της Παγκρήτιας έκθεσης και αργότερα στην συγκέντρωση και την έκθεση Βυζαντινών και μεταβυζαντινών εικόνων στα Χανιά από το σύλλογο “Χρυσόστομος”. Γενικά τον τελευταίο καιρό, η προσπάθεια για την αναζωπύρωση της καλλιτεχνικής κίνησις στην Κρήτη εκδηλώνεται με την μετάκληση καλλιτεχνών από την Αθήνα για εκθέσεις, με το ενδιαφέρον για τους Κρητικούς ζωγράφους και γλύπτες που δρουν στην Αθήνα και στο εξωτερικό, με την αύξηση της τάσεως των νέων για καλλιτεχνικές σπουδές. Συνάρτηση αυτών των φαινομένων πρέπει να γίνει προς δύο κατευθύνσεις.
Το τουριστικό κύμα που πλημμυράει την Κρήτη αφήνοντας κάθε τόσο και περισσότερους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών από όλο τον κόσμο, εγκατεστημένους στα χώματά της, υπογραμμίζει αναμφίβολα και για τους Κρητικούς την σημασία που μπορεί να πάρει ο τόπος τους σ’ αυτούς τους τομείς. Με έναν κατάλληλο προγραμματισμό η κρήτη θα μπορούσε να γίνει ένα διεθνές πνευματικό και καλλιτεχνικό κέντρο στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Και θα μπορούσε ακόμη, με μια δημιουργική ώθηση στην αξιοποίηση της γεωγραφικής θέσης της, της ιστορίας και της παράδοσης της, να προβάλλει τον ρόλο της συγκεντρώνοντας διασταυρώσεις συγχρόνων καλλιτεχνών και πνευματικών ρευμάτων.
Από την άλλη μεριά η κοντινότερη παράδοσή της που πλούτισε τον Ελληνικό χώρο με κορυφαία ονόματα σε όλους τους τομείς, δεν είναι μακρινή και δεν έχει σβήσει η ενέργειά της. Στην ζωγραφική, πυρήνες μέσα στην Κρήτη, αντέχουν όπως μας το δείχνει η περίπτωση του Φανουράκη όπως μας το έδειξε η περίπτωση της Φιοράκη. Έτσι η κίνηση που παρατηρείται σήμερα σ’ αυτόν τον τομέα δεν είναι αποσπασμένη από μια συνέχεια και από ένα περιβάλλον. Όμως με τις συνθήκες της σημερινής εξέλιξης της τέχνης δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το πρόβλημα που οπωσδήποτα ισχύει για όσους νεώτερους θέλουν να μείνουν και να δουλέψουν στον τόπο τους. Όπως έχουν αυτήν τη στιγμή τα πράγματα και ανεξάρτητα από τις δυνατότητες που διαβλέπομε, δεν λείπει μόνο ή ενημέρωση κι η παρακολούθηση. Από την Ελλάδα λείπει βαθύτερα το υπόστρωμα που δημιουργείται από την παιδεία και την αγωγή γενικά του κοινού. Από την επαρχία ακόμη περισσότερο. Καμμία τέχνη, κανενός είδους, δεν μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς κοινό. Και κοινό όχι μόνο φιλοτέχνων, αλλά κόσμου που συμβαδίζει με την τέχνη του, που την δέχεται και την τροφοδοτεί σαν δική του έκφραση.
Οι προωθήσεις της σημερινής τέχνης δεν είναι κατά κανένα τρόπο ανεξάρτητες από το στάδιο αναπτύξεως και το σύμπλεγμα δομών της σημερινής πραγματικότητας. Εδώ βέβαια πρέπει να λογαριάσωμε και τις συνθήκες που συγκροτούν την πραγματικότητα ζωής σε κάθε τόπο. Είμαστε λοιπόν καταδικασμένοι να μείνωμε ουραγοί; Το αγωνιώδες αυτό ερώτημα που ισχύει για όλες τις χώρες που ακολουθούν από διάφορες καθεμιά αποστάσεις την εξέλιξη, γίνεται συγκεκριμένη προσωπική αγωνία όταν το μεταφέρωμε στην Ελληνική επαρχία που νοιώθει να υπολείπεται με συχνότητα δονήσεων τουλάχιστον ακόμη και από την Αθήνα.
Θα ήθελα να κάνωμε μαζί με τους αναγνώστες μου oρισμένους συλλογισμούς. Αν η σημερινή τέχνη έχει σαν πρώτο της γνώρισμα αυτήν την αντιστοιχία, τότε η απλή παρακολούθηση των μορφών της μας αφήνει εκτός της ουσίας της. Ουραγοί, μπορούμε να ήμαστε και με επιτυχία, όσο η τέχνη αφορούσε κυρίως στην αισθητική και η τελειοποίηση των μορφών μπορούσε να μας απασχολήση σαν αυθύπαρκτος στόχος. Δεν συμβαίνει αυτό σήμερα. Η μορφή αποτελεί το όργανο, τη γλώσσα για να μιλήσωμε. Απαραίτητο είναι και πάλι να κατέχωμε τη γλώσσα - ας μην γελιόμαστε - αλλά στόχος είναι τι θα πούμε μ’ αυτήν σημαντικό. Ποια είναι λοιπόν τα σημαντικά; Είπαμε πιο πάνω για την αντιστοιχία της σημερινής τέχνης με την πραγ-
ματικότητα αλλά καθορίσαμε επίσης πως αυτή η πραγματικότητα αποτελεί ένα σύμπλεγμα δομών. Πάει επομένως πολύ βαθύτερα από μιαν επιφάνεια φαινομένων. Από αυτό το συμπλεγμα δομών βρισκόμαστε μακριά τάχα; H στάση μας απένατι στον κόσμο και η θέση μας μέσα σ’ αυτόν, το πολύπλοκο σύστημα που τις καθορίζει, οι διαπιστώσεις μας γι’αυτό, σκληρότερες σε συνέπεια καμμιά φορά για όσους βρίσκονται στα άκρα του, οι προοπτικές μας οι πιο προσωπικές και οι σχέσεις μας προς όλες τις διαστάσεις που καθορίζονται απ’ αυτό, η αποξένωση μας και το είδος της συμμετοχής μας στην διάπλαση του σημερινού διεθνούς περιβάλλοντος, δεν καθορίζουν σήμερα και τον τελευταίο άνθρωπο πάνω στη γη; Καθένας με τα δικά του δεδομένα μπορεί να το νοιώσει και να το σκεφτεί. Γι’ αυτό μιλώ πρώτα για παιδεία, επειδή αφορούν στην ευαισθησία και στην κρίση που μ’ αυτές μπορούμε να δώσουμε το νόημά τους και στα λίγα
και στα πολλά. Μ’ ένα λόγο, όλοι μας είμαστε σύγχρονοι γιατί τα όσα μας συμβαίνουν είναι μέρος μιας κοινής λειτουργία και μας διαπλάθουν μέσα στην ίδια δομή, όποια κι αν είναι η μορφή που εκδηλώνεται για καθέναν.
Ο κίνδυνος για την τέχνη ενός μικρού τόπου σήμερα είναι διπλός. Και είναι κίνδυνος έλλειψις αυτοσυνείδησης και συνείδησης. Ο ένας είναι, να μείνει περιορισμένη σε στερεότυπα, ο άλλος είναι ν’ ακολουθήσει πρότυπα επιφανειακά που ο ήχος τους δεν περνάει πιο μέσα από το εγκεφαλικό και το φιλολογικό. Ανάμεσα απ’ αυτές τις συμπληγάδες περνάει και διαφεύγει η ζωγραφική του Β. Κελαϊδή. Φοβόμουν πολύ μετά την επιτυχία της πρώτης τους έκθεσης. Είναι δίκοπο μαχαίρι καμμιά φορά. Μπορεί να οδηγήσει στην επανάληψη ή στο ψεύτισμα με προωθήσεις επιφανειακές. Ο Β. Κελαϊδής όμως στην δεύτερη παρουσίαση του στην γκαλερί Άστορ παρουσίασε μια δουλειά και πιο πλούσια και πιο
στερεά. Ο πετρωμένος κόσμος που καθορίζει τον εκφραστικό του χώρο, και τον εντάσσει μέσα στο ρεύμα του σύγχρονου υπερρεαλισμού, απλώνεται τώρα. Το τοπίο της αποξένωσης δεν είναι πια μόνο οι τεράστια μεγενθυμένες πέτρες που σαν μετεωρίτες βαραίναν τη γη, με την ξένη, σκληρή ύλη τους. Βρίσκεται σε κάθε γύρισμα της ματιάς. Η θάλασσα και τα δένδρα είναι πετρωμένα. Ο άνθρωπος, που μοιάζει να ανήκει σε άλλο χρόνο με το είδος της απόδοσής του και με το είδος της κίνησής του που δείχνει παράδοξη την παρουσία του, την απουσία του πιο απτή.
Το αντικειμενικό στοιχείο στην ζωγραφική του βρίσκει καίρια το στόχο του. Γίνεται σκληρότητα από έλλειψη συμμετοχής. Τα χρώματα μεταλλικά σαν πριν λίγο να καίγανε μα τώρα πάγωσαν κι ακινήτησαν σφηνώνοντας ανάμεσα τους τ’ άσπρα προσκυνητάρια, σα γίγαντες αλλοτινούς που πέτρωσαν κι αυτοί.
Η αλήθεια αυτών των συμβόλων, συνδυάζοντας βίωμα και προβολή, καθώς ελέγχεται όταν η ποιότητα υποστηρίζει την δραστικότητα, και το είδος της δραστικότητας αιτιολογεί το είδος της ποιότητας, μου έδειχνε ότι δεν μπορούσα να τα αναφέρω απλώς σα μιαν ευστοχία ευρημάτων θεματολογικών. Ήταν πολύ ουσιαστικότερα θρεμμένα. Τότε ο Κελαϊδής μου είπε ότι τα αποκεφαλισμένα, χτισμένα δέντρα του είναι οι πορτοκαλιές που ασβεστώνουν στην Κρήτη, τα προσκυνητάρια τα ήξερα κιόλας, ο άδειος πάγκος και τ’ αγάλματα με την τόση απουσία απ’ τις πλατείες της πόλης, που καθώς άλλαξε η ζωή μένουν έτσι έρημες, και πως η ζέστη κάνει καμμιά φορά τη θάλασσα να μοιάζει με τους πετρωμένους κυματισμούς σβησμένης λάβας. Η οπτική ολόκληρη λοιπόν ήταν δοσμένη από όψεις πραγματικές της Κρήτης.
Το σκληρό, από την κατάματη αυστηρότητα, το γιγάντιο, βγαλμένο από την προοπτική του λίγου.
Είπα λοιπόν, αυτός ο νέος άνθρωπος έριξε βόλι κατακούτελα στο πρόβλημα, όπως άλλοτε οι καπετάνιοι των βουνών της Κρήτης.
Το σύγχρονο είναι μέσα μας και οι μορφές είναι το υλικό για να πλάθωμε ότι βρίσκεται μέσα μας. Δεν μπορεί να 'ναι κούφιες όσες σηκώνουν το βάρος μας. Και πρέπει να είναι zησμένες οι μορφές, να δένουν με τα χέρια μας, για να μπορούμε να τις σηκώσωμε. Όταν τις βάλλωμε στο έργο μας, είναι μαζί, εκείνες και μεις, ένα. Γιατί μας έχουν δώσει το σχήμα τους και μέσα σ’ αυτό έχουμε, πλάσει την συμπεριφορά μας. Και κείνες πάλι εμείς τις αφομοιώνομε, όποιοι εμείς, να γίνονται κάθε φορά ό,τι πραγματικά μπορούμε να είμαστε και οι ίδιοι.