Αναμφίβολα δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι καταγράφουν την εξέλιξη της νεοελληνικής γλυπτικής, αφού η συλλογή είναι ανισοβαρής χρονολογικά, εστιάζοντας το ενδιαφέρον της αδρομερώς σε ορισμένα δείγματα του ακαδημαϊκού παρελθόντος (Θωμόπουλος), σε καθηγητές της Α.Σ.Κ.Τ. που εισηγήθηκαν την υπέρβασή του (Τόμπρος, Απάρτης), σε αντιπροσωπευτικά γνήσιες φωνές της ελληνικής modernite (Χαλεπάς, Σκλάβος, Ζογγολόπουλος) αλλά και σε πλειάδα άλλων καλλιτεχνών, παλαιότερων και σύγχρονων, που συνέβαλαν αποφασιστικά στη συγκρότηση του σώματος της εγχώριας γλυπτικής.
Η ανθρώπινη μορφή βασικό θεματικό μοτίβο των περισσοτέρων στη συλλογή, με ελάχιστες εξαιρέσεις (Σκλάβος, Σπητέρη, Στεργίδης, Δικέφαλος), στοιχείο ενδεικτικό του παραστατικού πειρασμού, αλλά κυρίως της ανθρωποκεντρικής αντίληψης που επικράτησε στη νεοελληνική γλυπτική, κληρονομιά από κραταιά παράδοση. Ούτως ή άλλως ο τρόπος απόδοσης του «φυσικού αντικειμένου» οροθέτησε τα διάφορα κινήματα του μοντερνισμού έως την πλήρη απομάκρυνσή του στην Αφαίρεση, πορεία που ακολούθησαν και οι καλλιτέχνες της πατρίδας μας, αν και με τεράστιες χρονικές αποκλίσεις.
Τα γλυπτά που περιλαμβάνονται σ’ αυτή την έκθεση καταθέτουν μαρτυρίες αντιπροσωπευτικές, κατά το δυνατόν, των θεματικών αναφορών, των μορφοπλαστικών αναζητήσεων και των μηνυμάτων που εκπέμπουν οι καλλιτέχνες της συγκεκριμένης συλλογής, καταγράφοντας, κατά μία ευρύτερη έννοια, έστω και ενδεικτικά, ορισμένους μορφικούς προβληματισμούς από τη δεκαετία του 1920 έως την προτελευταία του 20ου αιώνα στην ελληνική γλυπτική.
Ικανοποιητική πληρότητα διακρίνει τη μεγάλη συλλογή χαρακτικής του Θ. Χατζησάββα, στην οποία δεν εκπροσωπείται με έργα του μόνο ο Μ. Ζαβιτζιάνος από τους παλαιότερους μεγάλους χαράκτες και ορισμένοι, σύγχρονοι με ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα κατάθεση – Θ. Εξαρχόπουλος, Τ. Νικολαΐδη, Π. Γράββαλος, Μ. Αρφαράς, Απ. Κούστας. Παρακολουθεί την πορεία της ελληνικής χαρακτικής στον 20ο αιώνα, από το 1920 ήδη και καταγράφει με ευκρίνεια τη διαδρομή που οδήγησε στην ανεξαρτητοποίηση από τις χρηστικές της υπηρεσίες (19ος αιώνας, κυρίως) και την καλλιτεχνική της αυτονόμηση.
Η επανέναρξη της συστηματικής διδασκαλίας της στην Α.Σ.Κ.Τ. με δάσκαλο τον Γιάννη Κεφαλληνό το 1932 και η πρώτη Πανελλήνια Έκθεση Χαρακτικής το 1938 από την ομάδα Ελλήνων Ζωγράφων - Χαρακτών ήταν τα πρώτα καθοριστικά βήματα για τη σταδιακή αναγνώριση της τέχνης της χάραξης, με τα ιδιαίτερα τεχνικά μέσα, την απαιτητική λιτότητα, τον έλεγχο του θέματος σε μικρές διαστάσεις και την γενικότερα απουσία της χρωματικής πληθωρικότητας. Σε όλη τη διάρκεια του περασμένου αιώνα η χαρακτική εικονογράφησε εκδόσεις και λευκώματα (Κογεβίνας, Γαλάνης, Θεοδωρόπουλος, Παπαδημητρίου, Πασχάλη, Κεφαλληνός, Βαρλάμος, Γραμματόπουλος, Κυριακίδης, Μπίστης, Τσαλαματά), υποστήριξε εθνικούς και ιδεολογικούς αγώνες (Βασιλείου, Αστεριάδης, Ζέπος, Κατράκη, Μαγγιώρου, Τάσσος, Δαγκλής), φιλοτέχνησε γραμματόσημα και χαρτονομίσματα (Κορογιαννάκης, Γιαννουκάκης, Βελισσαρίδης, Κεφαλληνός, Μαστιχιάδης, Ορφανός, Γ. Αγγελόπουλος, Κατσουλίδης, Γουρζής) για να αναφερθούν εδώ, ενδεικτικά μόνο, καλλιτέχνες της συλλογής.
Η ιστορική πορεία της ελληνικής χαρακτικής είναι εξακριβωμένη και γνωστή με πρωτοπόρους, θεμελιωτές, δασκάλους και συνεχιστές, χωρίς πιθανές περαιτέρω εκπλήξεις, χάρη στις μελέτες και μονογραφίες από αφοσιωμένους ερευνητές. Στο τέλος του 20ου αιώνα η χαρακτική δεν δικαίωσε απλά τις προσπάθειες των καλλιτεχνών που υπηρέτησαν με ένθερμη πίστη την εικαστική της οντότητα, αλλά υιοθετεί νέα μέσα και τεχνικές, αποδεχόμενη το πνεύμα της εποχής. Σε αρκετές περιπτώσεις η ψηφιακή τεχνολογία υποκαθιστά τις παραδοσιακές μεθόδους χάραξης, παρέχοντας θεωρητικά απεριόριστο triage, ωστόσο καταργεί τη γοητεία της τιθάσσευσης του δύσκολου υλικού και τη διαδικασία από τη χάραξη στο τελικό αποτέλεσμα, στοιχεία καθοριστικά για την ονομασία καν αυτής της τέχνης.
Πρωτοπόροι της ελληνικής χαρακτικής ο Λυκούργος Κογεβίνας και ο Δημήτρης Γαλάνης εκπροσωπούνται με χαρακτικά από λευκώματα και βιβλία τυπωμένα στο Παρίσι, όπου είχαν εγκατασταθεί μόνιμα. Οι χαλκογραφίες (eau forte) του Κερκυραίου Κογεβίνα στα Λευκώματα Le Mont Athos, 1922 και La Grece Byzantine et Franque, 1927, διακρίνονται για τη ζωγραφική αντίληψη στι σχεδιασμό του θέματος και διαπνέονται από μια λυρική διάθεση που χαρακτήριζε και άλλους συμπατριώτες του τοπιογράφους. Αντίθετα στις χαλκογραφίες του Γαλάνη από το 1926 και το 1944 για εικονογράφηση βιβλίων Γάλλων λογοτεχνών, διαπιστώνεται η ευχέρεια του μεγάλου χαράκτη να εναρμονίζει το ύφος και την εκφραστικότητα των έργων του με τις αφηγηματικές ανάγκες των κειμένων.
Καταλυτικές φυσιογνωμίες για την εξέλιξη της χαρακτικής ο Άγγελος Θεοδωρόπουλος. Ο Ευθύμιος Παπαδημητρίου, ο Αλέξανδρος Κορογιαννάκης και ο Δημήτριος Γιαννουκάκης, ζωγράφοι, που αφοσιώθηκαν κυρίως και διέπρεψαν στην τέχνη της χάραξης. Μαέστρος της τεχνικής ο Θεοδωρόπουλος και διονυσιακός «γυμνογράφος», όπως παρουσιάζεται στις ελειογραφίες του ιδιαίτερα, δημιουργεί στο Γυμνό λεπτές φωτοσκιάσεις και αντιπαραθέτει στην αυστηρότητα του ουδέτερου περιβάλλοντος το τρυφηλό γυναικείο κορμί. Στα έργα του Κορογιαννάκη είναι εμφανής η αλλαγή πορείας τόσο στο θέμα όσο και στην τεχνοτροπία. Οι πρώτες του ξυλογραφίες όπου πρωταγωνιστούσαν σκηνές από τον καθημερινό μόχθο των ανθρώπων, δίνουν τη θέση τους μεταγενέστερα σε τοπία και νεκρές φύσεις με νεοτερικό λεξιλόγιο, αναγνώσιμο και σχηματοποιημένο Πουλί, χαλκογραφία του Γιαννουκάκη.
Η ξυλογραφία, ωστόσο, Κρυστάλλινο ποτήρι εμπεριέχει όλα τα γνωρίσματα που απέθεσε ο Παπαδημητρίου στις νεκρές του φύσεις. Αδρομερής χάραξη των όγκων με σουγιά, σκληρό κοντράστ άσπρου μαύρου, γεωμετρική απόδοση των αντικειμένων.
Οι αναζητήσεις αυτών των καλλιτεχνών για περισσότερο ρηξικέλευθη μορφοπλασία φέρουν, εν πολλοίς, επιρροές από ταξίδια στο εξωτερικό σε πλήρη αντίθεση με την εκούσια απομόνωση του Νικόλαου Βεντούρα στην Κέρκυρα, ο οποίος δημιούργησε έργο γνήσια πρωτοποριακό, ανεπηρέαστο από οποιεσδήποτε εξωγενείς επιδράσεις. Ας μη θεωρηθεί ανακόλουθος ο συσχετισμός της αυταπομόνωσης του Βεντούρα με την αναγκαστική του Γ. Χαλεπά στην Τήνο ως προς τους γόνιμους καρπούς μιας πρωτογενούς μοντερνικότητας που απέφεραν.
Η συστηματική διδασκαλία της χαρακτικής στη Σχολή με τον Κεφαλληνό από το 1932 διευρύνει τους ορίζοντες και δημιουργεί σταδιακά μια μεγάλη ομάδα καλλιτεχνών (Δαμιανάκης, Βελισσαρίδης, Μόσχος, Μαγγιώρου, Δαγκλής, Ορφανός, Πασχάλη, Τάσσος, Κατράκη, Μανουσάκης, Γραμματόπουλος, Βαρλάμος, Αγγελόπουλος, Κατσουλίδης), που έμελλε να αναλάβουν δραστήριο ρόλο και να ταυτισθούν με την ανανέωση της ελληνικής χαρακτικής. Κοινά τους γνωρίσματα η βαθιά γνώση της τεχνικής, η έρευνα των μέσων, η κατάκτηση προσωπικού ιδιώματος, η ελεύθερη σκέψη και καλλιτεχνική δράση που παραπέμπουν ευθέως στο ήθος και την προσωπικότητα του δασκάλου τους. Στα έργα της συλλογής αναγνωρίζονται με ευχέρεια η αισθαντικότητα των Ν, Δαμαινάκη και Γ, Βαρλάμου, η ιδιότυπη, χαρακτηριστική γραφή του Λ. Ορφανού, ο ανθρωποκεντρικός συμβολισμός της Β, Κατράκη, η εμπνευσμένη από την αιγαιοπελαγίτικη διαύγεια του Κ. Γραμματόπουλου. Ξυλογραφίες από τη μαθητεία τους στη Σχολή εντοπίσθηκαν επίσης του Γ. Μόσχου Η πρώτη μου ξυλογραφία, 1932, μία αρκετά στυλιζαρισμένη νεκρή φύση, και του Τάσσου Η Σουζάνα και οι πρεσβύτεροι, με τουλάχιστον απροσδόκητη θεματική. Οι ξυλογραφίες του Κεφαλληνού, δύο από την παραμονή του στο Παρίσι, η τρίτη, Προσωπογραφία Δ. Αραβαντινού, μετά το 1938, έχουν σαφείς διαφορές ‘υφους και αντίληψης στη χάραξη. Το ενδιαφέρον για τις ιδεολογικές προεκτάσεις της προσελκύει η πρώτη, χρονολογικά, ξυλογραφία του ανανεωτή της ελληνικής χαρακτικής. Ο Τολστοϊκός Άνθρωπος, 1920, (εμπνευσμένη από τον Κορμό γέροντα του γλύπτη Θ. Θωμόπουλου).
Οι χαράκτες που γεννήθηκαν στη δεκαετία 1930 – 1940 και έδωσαν έργο προς το τέλος της δεκαετίας του ’60, μαθητές οι περισσότεροι του Κώστα Γραμματόπουλου, παρουσιάζονται πιο καινοτόμοι, τόσο στα θεματικά εναύσματα όσο και στις μορφοπλαστικές τους διερευνήσεις. Τα συνήθη θέματα – τοπία, νεκρές φύσεις, πορτρέτα, ηθογραφία, στα οποία δοκίμασαν τις δεξιότητές τους οι παλαιότεροι χαράκτες, υποχωρούν και αναδύονται άλλα που αποπειρώνται να προσεγγίσουν έννοιες και ανθρώπινες καταστάσεις, φανερώνοντας τη ροπή εστίασης σε προβλήματα οικουμενικότερα, πέραν των ορίων της εντοπιότητας. Παράλληλα, η αφαιρετικότητα (Τ. Κατσουλίδης, Γ. Αργυράκης, Τζ. Μαρκάκη) η αποσπασματική απεικόνιση (Β. Χάρος, Α. Κομιανού) αλλά και η κονστρουκτιβιστική αφαίρεση (Γ. Παπαδάκης), υιοθετούνται από τους χαράκτες με προσφιλές υλικό το ξύλο, κυρίως, στην προσπάθειά τους να ενταχθούν σε πιο προωθημένους προβληματισμούς μορφής. Ουσιαστικά, πρόκειται για μια εποχή, κατά την οποία η χαρακτική έχοντας, ήδη, παγιώσει την αυτονόμησή της, επιδιώκει να «συγχρονισθεί» όψιμα, έστω, με ξένα ρεύματα και τάσεις.
Οι νεότεροι χαράκτες αυτής της συλλογής, γεννημένοι μετά το 1950 οι περισσότεροι, εξακολουθούν να επιστρατεύουν παραδοσιακές μεθόδους χάραξης, με εξαίρεση τη Βίκυ Τσαλαματά, από την οποία η ευφάνταστη, αλχημική αναγωγή της ύλης γέννησε εντελώς προσωπικό και ευδιάκριτο έργο. Μαθητές των Κ. Γραμματόπουλου και Θ. Εξαρχόπουλου η με σπουδές στο εξωτερικό, δεν επιδιώκουν υποχρεωτικά το θεματικά καινοφανές. Συμβατικά θέματα επανέρχονται, ιδωμένα κάτω από ένα νέο πρίσμα (Μ. Παντελιάς, Μ. Βαμβατήρα, Χρ. Γκαλτέμης, Ν. Δεσεκόπουλος), διαφορετικά από προγενέστερες διαπραγματεύσεις. Κοινό γνώρισμα η ιδιωτική, εξατομικευμένη θεώρηση του κόσμου, άλλοτε ονειρικού (Δ. Σιατερλή), άλλοτε επαπειλούμενου (Γ. Κολιός). Συχνά και οι τίτλοι, με τους οποίους νοηματοδοτούν τα έργα τους (Γ Γουρζής, Γ. Στεφανάκις), προδίδουν βιωματικές αυταναφορές και αποκωδικοποιούν εμπειρίες.
Νέλλη Κυριαζή
Διευθύντρια Πινακοθήκης
και Μουσείων Δήμου Αθηναίων